ἱπποδαμαστής Save LSJ Pape ἱππο-δᾰμαστής, οῦ, ὁ, = ἱππόδαμος, Poll. 1.181, Hsch. ἱπποδαμαστής, ὁ, = ἱππόδαμος, VLL, wie Poll. 1.181.