Ἰσοκράτειος
Ἰσοκράτειος, of Isocrates
Ἰσοκράτειος [ᾰ], ον,
- of Isocrates, λόγοι Phld. Rh. 1.100 S.; ἀγωγή D.H. Isoc. 20:—also Ἰσοκρᾰτικός, ή, όν, Id. Vett.Cens. 3.3:
- Ἰσοκρατικοί, οἱ, followers of Isocrates, Phld. Rh. 1.148 S.
Ἰσοκράτειος, ος, ον [ῐ̄ᾰ] d’Isocrate, DH. Isocr. 18, 20, etc. ; οἱ Ἰσοκράτειοι, Lgn 21, les disciples d’Isocrate.
Étym. Ἰσοκράτης.