ἰσοκατάληκτος
ἰσοκατάληκτος, ending alike
ἰσο-κατάληκτος, ον,
- ending alike, Eust. 1839.43: -ληκτα, τά, Gell. 18.8.1.
ἰσοκατάληκτος, gleich endigend, Eust.
ἰσοκατάληκτος, ending alike