ὀλόφυρσις
ὀλόφυρσις, lamentations
ὀλόφυρ-σις, εως, ἡ,
- = ὀλοφυρμός, τὴν ὀ. τινὸς ποιεῖσθαι Th. 1.143; τὰς ὀ. τῶν ἀπογιγνομένων lamentations for . ., Id. 2.51, cf. J. BJ Prooem. 4 (1.12), Philostr. VA 4.45.
ὀλόφυρσις, εως (ἡ) lamentation, Thc. 1, 143 ; 2, 51.
Étym. ὀλοφύρομαι.
ὀλόφυρσις, ἡ, = ὀλοφυρμός ; Thuc. 1.143 ; τινός, um einen, 2.51 ; Plut. cons. ad ux. 4.
ὀλόφυρσις, εως,
= ὀλοφυρμός, Thuc.
from ὀλοφύρομαι
- ὀλοφύρσεις τῶν ἀπογιγνομένων lamentations for the departed, Thuc.