ὀλοφλυκτίς
ὀλοφλυκτίς, large pimple
ὀλοφλυκτίς, ίδος, ἡ,
- large pimple, Hp. Mul. 2.206; pimple on the tongue, Myrtil. 3.
ὀλο·φλυκτίς, ίδος (ἡ) pustule, Hpc. 673, 37 ; Myrt. fr. 3, Konk (Poll. 2, 110) (ὀλός 2, φλυκτίς).
ὀλοφλυκτίς, ίδος, ἡ, = φλύκταινα, Blatter, Blase, Hippocr.