ὀνυμάζω
ὀνυμάζω, name
ὀνυμάζω, äol. = ὀνομάζω ; ὠνύμαξε Κένταυρον, Pind. P. 2.44 ; auch med., ὀνυμάξομαι, 7.6.
ὀνῠμάζω (impf. ὀνύμαζε v. l.: aor. ὀνύμαξεν, ὠνύμασεν: med. fut. pro act., ὀνυμάξεαι: pass. aor. ὀνύμασθεν.)
- 1name κτισσάσθαν λίθινον γόνον· λαοὶ δʼ ὀνύμασθεν O. 9.46 τὸν ὀνύμαζε τράφοισα Κένταυρον (ὀνύμαξε v. l.: v. Fraenkel on Ag. 681) P. 2.44 ἐπεὶ τίνα πάτραν, τίνα οἶκον ναίων ὀνυμάξεαι ἐπιφανέστερον Ἑλλάδι πυθέσθαι; (Boeckh: ὀνυμάξαι codd.: ὀνυμάξομαι byz. et Σ, ut vid.) P. 7.6 θησαυρόν, ὃν περίαλλʼ ἐτίμασε Λοξίας, Ἰσμήνιον δʼ ὀνύμαξεν P. 11.6 ἀλλά νιν εὑροῖσʼ ἀνδράσι θνατοῖς ἔχειν, ὠνύμασεν κεφαλᾶν πολλᾶν νόμον (Mommsen: ὠνόμασε(ν)) P. 12.23