ὀνοτός
ὀνοτ-ός, ή, όν, v. ὀνοστός.
ὀνοτός, ή, όν, c. ὀνοστός, Pd. I. 3, 68 ; A. Rh. 4, 91, etc.
ὀνοτός, = ὀνοστός ; Pind. I. 3.68 ; Ap.Rh. 4.91, Schol. μεμπτός.
ὀνοτός
- 1contemptible οὐ γὰρ φύσιν ὠαριωνείαν ἔλαχεν, ἀλλʼ ὀνοτὸς μὲν ἰδέσθαι, συμπεσεῖν δʼ ἀκμᾷ βαρύς (sc. Μέλισσος) I. 4.51
ὀνοτός, ή, όν
= ὀνοστός, Pind.