ὁμοέστιος
ὁμο-έστιος, ον, v. ὁμέστιος.
ὁμο·έστιος, ος, ον, qui occupe le même foyer, c. à d. la même maison, Plut. M. 703f.
Étym. ὁμ. ἑστία.
ὁμοέστιος, Herd-, d.i. Hausgenosse ; Plut. Symp. 7.4.5 ; Pol. 2.57.7 v.l. für ὁμέστιος.