ὁμοῆλιξ
ὁμο-ῆλιξ, ῐκος, ὁ, ἡ,
- = ὁμῆλιξ, Epigr.Gr. 75 (Athens, iv/iii B.C.).
ὁμο·ῆλιξ, ικος (ὁ, ἡ) [ῐκ] c. ὁμῆλιξ, Anth. App. 303.
ὁμοῆλιξ, ικος, = ὁμῆλιξ, Ep.adesp. 749 (APP 303).
ὁμοῆλιξ
ὁμο-ῆλιξ, ῐκος,
= ὁμῆλιξ, Anth.