ὁμοζηλία
ὁμοζηλία, common zeal
ὁμο-ζηλία, ἡ,
- common zeal, τῆς καλοκἀγαθίας for . ., LXX 4 Ma. 13.25.
ὁμοζηλία, ας (ἡ) zèle égal, Jos. Macc. 13, 24.
Étym. ὁμόζηλος.
ὁμοζηλία, common zeal