ὁμοιόπυκνος
ὁμοιόπυκνος, of similar density
ὁμοιό-πυκνος, ον,
- of similar density, τῶν ὁ. καὶ ἴσων χαλκῶν ὁ λεπτότερος [ψόφον ὀξύτερον ποιεῖ] Ptol. Harm. 1.3.