ὁμοιόσχημος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὁμοιόσχημ-ος, ον, v. ὁμοιοσχήμων. ὁμοιό·σχημος, ος, ον, c. ὁμοιοσχήμων, Th. H.P. 4, 2, 4, etc. ; Dysc. Pron. 128c. ὁμοιόσχημος, = ὁμοιοσχήμων, Sp., wie Apoll. pron. 347a.