ὁμοιόρρυθμος
ὁμοιόρρυθμος, of like form
ὁμοιό-ρρυθμος, ον,
- of like form, τὰ ὁ. τῶν νοημάτων (fort. ὀνομάτων) Aristid. 2.497 J.
ὁμοιό·ρρυθμος, ος, ον, c. le suiv. Arstd. (W. 9, 423).
Étym. ὁμ. ῥυθμός.
ὁμοιόρρυθμος, = ὁμοιόρυσμος, Aristid.