ὁραματίζομαι
ὁραματίζομαι, look
ὁρᾱμ-ᾰτίζομαι,
- look, Aq. Ps. 10(11).4.
ὁραματίζομαι [ᾱμᾰ] avoir une vision, Spt. Ps. 10, 4 ; Esaï. 33, 20, etc.
Étym. ὅραμα.
ὁραματίζομαι, [ρᾱ], sehen, LXX.
ὁραματίζομαι, look