ὁρατήρ Save LSJ Pape ὁρ-ᾱτήρ, ῆρος, ὁ, = sq., Hsch. s.v. ὀπτήρ. ὁρατήρ, [ᾱ], ῆρος, ὁ, = ὁρατής, Hesych.