ὄρφνιος Save Bailly 2024 Pape ὄρφνιος, ος, ον, c. ὀρφνός, Arstt. Col. 2, 5, etc. ; Plut. M. 565c. ὄρφνιος, = ὀρφνός, Plut. S. N. V. 22 p. 270 vrbdt τὸ ὄρφνιον καὶ ῥυπαρὸν χρῶμα.