ὀρφανοτροφεῖον Save ὀρφανοτροφεῖον, orphanage LSJ Pape ὀρφᾰνοτροφ-εῖον, τό, orphanage, Cod.Just. 1.2.17.2 (pl.). ὀρφανοτροφεῖον, τό, Waisenhaus, Sp.