ὑδροδόκος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑδρο-δόκος, ὁ, = λάκκος, Hsch. ὑδρο·δόκος, ος, ον, qui contient ou reçoit l’eau, Theol. p. 46, 10. Étym. ὕδ. δέχομαι. ὑδροδόκος, = ὑδροδόχος.