ὑδροθηρία
ὑδροθηρία, fishing
ὑδρο-θηρία, ἡ,
- fishing, Ael. NA 1.19.
ὑδροθηρία, ας (ἡ) pêche, El. N.A. 1, 10.
Étym. v. le préc.
ὑδροθηρία, ἡ, Wasserjagd, Fischerei, Ael. H.A. 14.19, 15.11.
ὑδροθηρία, fishing