Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑδροκόμος
ὑδροκόμος, well-bucket
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὕδριος
ὑδρίσκη
ὑδροβατικός
ὑδροβαφής
ὑδροβόλος
ὑδρόγαρον
ὑδρογάστωρ
ὑδρογνώμων
ὑδρογονικός
ὑδροδόκος
ὑδρόδομος
ὑδροδοχεῖον
ὑδροδόχος
ὑδροδρόμος
ὑδρόδρομος
ὑδροειδής
ὑδρόεις
ὑδροθήκη
ὑδροθήρας
ὑδροθηρία
ὑδροθηρικός
ὑδροκέλευθος
ὑδροκέφαλον
ὑδροκέφαλος
ὑδροκήλη
ὑδροκηλικός
ὑδροκιρνάω
ὑδροκιρσοκήλη
ὑδρόκοιλος
ὑδροκόμιον
ὑδροκόμος
ὑδροκύων
ὑδρολάπαθον
ὑδρολόγιον
ὑδρομαντεία
ὑδρόμαντις
ὑδρομαστευτής
ὑδρομαστευτική
ὑδρομέδουσα
Ὑδρομέδουσα
ὑδρομέλαθρος
ὑδρόμελι
ὑδρομέτριον
ὑδρόμηλον
ὑδρομιγής
ὑδρομύλη
ὑδρόμυλος
ὑδρόμυρον
ὑδρόμφαλον
ὑδρόμφαλος
ὑδρονομέομαι
ὑδροπαγής
ὑδροπάροχος
ὑδροπέπερι
ὑδροπίπερον
ὑδροπλασμός
ὑδροποιός
ὑδρόπορος
ὑδροπόρος
ὑδροποσία
ὑδροποτέω
…
ὑδροκόμος
Save
ὑδροκόμος, well-bucket
LSJ
ὑδρο-κόμος, ὁ, prob.
well-bucket,
PLond.
1821.190.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}