ὑδρομύλη Save LSJ Pape ὑδρο-μύλη [μῠ], ἡ, water-mill, Gloss.; also ὑδρό-μῠλον, τό, ib., and ὑδρό-μῠλος, ὁ, Hsch. (pl.). ὑδρομύλη, ἡ, = ὑδρόμυλος, Gloss.