ὑλοδίαιτος Save Bailly 2024 Pape ὑλο·δίαιτος, ος, ον [ῡ] matériel, Syn. Hymn. 3, 381, 730. Étym. ὕλη, δίαιτα. ὑλοδίαιτος, = ὑλόβιος, Synes.