ὑμνήτειρα Save Bailly 2024 Pape ὑμνήτειρα, ας (ἡ) fém. d’ὑμνητήρ, Anth. 8, 35. ὑμνήτειρα, ἡ, fem. zu ὑμνητήρ, γλῶσσα Greg.Naz. ep. (VIII.35).