ὑπεργίγνομαι
ὑπεργίγνομαι, have the superiority
ὑπεργίγνομαι,
- have the superiority, Phld. Rh. 2.86S. (written -γειν-).
- 2 of Time, elapse, τοῦ ὑπεργεγενημένου μετὰ ταῦτα χρόνου BGU 1167.7 (i A. D.), cf. 1148.14 (i B. C.).