ὑπερδάπανον Save LSJ ὑπερδᾰπᾰν-ον, τό, = foreg., PLond. l.c. 21 (nisi leg. ὑπερδαπανῶι, = -ῶ, = ὑπερανηλίσκω, cf. Sammelb. 7451.65, 113).