Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποβέβηκα
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπνωτικῶς
ὑπνώττω
ὑπνώω
ὑπό
ὑπο
ὑποακραῖος
ὑποακταίνομαι
ὑποάμουσος
ὑποβαθμός
ὑπόβαθμος
ὑποβάθρα
ὑπόβαθρον
ὑποβαίνω
ὑποβάκχειος
ὑπόβακχος
ὑποβάλημα
ὑποβάλλω
ὑποβάπτω
ὑποβαρβαρίζω
ὑποβάρβαρος
ὑποβαρύνομαι
ὑπόβασις
ὑποβάσκανος
ὑποβασμός
ὑπόβασμος
ὑποβαστάζω
ὑποβαστακτήρ
ὑποβατήρ
ὑποβάτης
ὑποβδύλλω
ὑποβέβηκα
ὑποβεβηκότως
ὑποβέβληκα
ὑποβένθιος
ὑποβήσσω
ὑποβήττω
ὑποβιβάζω
ὑποβιβασμός
ὑποβιβαστικός
ὑποβιβλιοθηκοφύλαξ
ὑποβιβρώσκομαι
ὑποβιβρώσκω
ὑποβινητιάω
ὑπόβλαισος
ὑποβλαστάνω
ὑποβλάττα
ὑπόβλεμμα
ὑποβλεμματικῶς
ὑποβλεπτικός
ὑποβλεπτικῶς
ὑποβλέπω
ὑποβλέφαρα
ὑπόβλεψις
ὑποβλήδαν
ὑποβλήδην
ὑποβληδόν
ὑπόβλημα
ὑποβλητέος
ὑποβλητικῶς
ὑπόβλητος
ὑποβλίττω
…
ὑποβέβηκα
Save
Grieks Nederlands
ὑποβέβηκα
perf.
van
ὑποβαίνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}