Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποβλέφαρα
ὑποβλέφαρα, eyelids
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπόβασις
ὑποβάσκανος
ὑποβασμός
ὑπόβασμος
ὑποβαστάζω
ὑποβαστακτήρ
ὑποβατήρ
ὑποβάτης
ὑποβδύλλω
ὑποβέβηκα
ὑποβεβηκότως
ὑποβέβληκα
ὑποβένθιος
ὑποβήσσω
ὑποβήττω
ὑποβιβάζω
ὑποβιβασμός
ὑποβιβαστικός
ὑποβιβλιοθηκοφύλαξ
ὑποβιβρώσκομαι
ὑποβιβρώσκω
ὑποβινητιάω
ὑπόβλαισος
ὑποβλαστάνω
ὑποβλάττα
ὑπόβλεμμα
ὑποβλεμματικῶς
ὑποβλεπτικός
ὑποβλεπτικῶς
ὑποβλέπω
ὑποβλέφαρα
ὑπόβλεψις
ὑποβλήδαν
ὑποβλήδην
ὑποβληδόν
ὑπόβλημα
ὑποβλητέος
ὑποβλητικῶς
ὑπόβλητος
ὑποβλίττω
ὑποβλύζω
ὑποβλώψ
ὑποβοηθέω
ὑποβοηθός
ὑπόβοικος
ὑποβολεύς
ὑποβολή
ὑποβολιμαῖος
ὑπόβολος
ὑποβομβέω
ὑποβορβόριον
ὑποβορβόριος
ὑποβόρβορος
ὑποβορβορύζω
ὑποβόσκομαι
ὑποβουκόλος
ὑποβουλεύω
ὑπόβραγχος
ὑποβραχεῖν
ὑπόβραχυ
ὑπόβραχυς
…
ὑποβλέφαρα
Save
ὑποβλέφαρα, eyelids
LSJ
ὑποβλέφᾰρα, τά,
eyelids,
prob. in
PLond.
1821.24.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}