Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποβλεμματικῶς
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποβάπτω
ὑποβαρβαρίζω
ὑποβάρβαρος
ὑποβαρύνομαι
ὑπόβασις
ὑποβάσκανος
ὑποβασμός
ὑπόβασμος
ὑποβαστάζω
ὑποβαστακτήρ
ὑποβατήρ
ὑποβάτης
ὑποβδύλλω
ὑποβέβηκα
ὑποβεβηκότως
ὑποβέβληκα
ὑποβένθιος
ὑποβήσσω
ὑποβήττω
ὑποβιβάζω
ὑποβιβασμός
ὑποβιβαστικός
ὑποβιβλιοθηκοφύλαξ
ὑποβιβρώσκομαι
ὑποβιβρώσκω
ὑποβινητιάω
ὑπόβλαισος
ὑποβλαστάνω
ὑποβλάττα
ὑπόβλεμμα
ὑποβλεμματικῶς
ὑποβλεπτικός
ὑποβλεπτικῶς
ὑποβλέπω
ὑποβλέφαρα
ὑπόβλεψις
ὑποβλήδαν
ὑποβλήδην
ὑποβληδόν
ὑπόβλημα
ὑποβλητέος
ὑποβλητικῶς
ὑπόβλητος
ὑποβλίττω
ὑποβλύζω
ὑποβλώψ
ὑποβοηθέω
ὑποβοηθός
ὑπόβοικος
ὑποβολεύς
ὑποβολή
ὑποβολιμαῖος
ὑπόβολος
ὑποβομβέω
ὑποβορβόριον
ὑποβορβόριος
ὑποβόρβορος
ὑποβορβορύζω
ὑποβόσκομαι
ὑποβουκόλος
ὑποβουλεύω
…
ὑποβλεμματικῶς
Save
Pape
ὑποβλεμματικῶς
, = ὑποβλεπτικός,
Schol. Nic. Th
. 457.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}