ὑποδίφθερος
ὑποδίφθερος, clothed in skins
ὑποδίφθερος, ον, or α, ον, (διφθέρα)
- clothed in skins, Luc. Tim. 7; so of sheep, bratted, wearing leather coats to protect their fleeces, PCair.Zen. 430.3, PHib. 1.32.12, PPetr. 3 p.269, PLond. ined. 2308 (all iii B. C.); ὑποδιφθέρας τρέφουσι ποίμνας ἱκανῶς ἀστείας ἐρέας Str. 4.4.3; ἔχει (sc. ἡ χώρα) προβατείαν ὑποδιφθέρου καὶ μαλακῆς ἐρέας Id. 12.3.13.
ὑπο·δίφθερος, ος, ον, couvert de peaux, de toisons, de fourrures, Str. 196, 546 ; Luc. Tim. 7.
Étym. ὑ. διφθέρα.
ὑποδίφθερος, unter einem Felle, mit einem Pelzkleide ; Luc. Tim. 7 ; auch ποῖμναι, Strab. IV.
ὑποδίφθερος
ὑπο-δίφθερος, ον,
διφθέρα
- clothed in skins, Luc.