ὑποδιασπάομαι
ὑποδιασπάομαι, to be somewhat dispersed
ὑποδια-σπάομαι, Pass.,
- to be somewhat dispersed, ἐναιώρημα ὑποδιεσπασμένον Hp. Epid. 1.4.10 [1.26.ιʹ].