ὑποδραματουργέω
ὑποδρᾱμᾰτουργέω,
- = ὑποτραγῳδέω, v.l. in Luc. JTr. 1.
ὑπο·δραματουργέω-ῶ [ᾱᾰ] entrer pleinement dans son rôle, Luc. J. tr. 1.
ὑποδραματουργέω, = ὑποτραγωδέω, Luc. Iov. Trag. 1, v.l.