ὑποδιακονικός
ὑποδιακονικός, of or for a ὑποδιάκονος
ὑποδιᾱκονικός, ή, όν,
- of or for a ὑποδιάκονος, Ph. 2.94.
ὑποδιακονικός, ή, όν [ᾱ] propre à assister, à servir, Phil. 2, 94.
Étym. ὑποδιάκονος.