ὑπόδημον
ὑπόδημον, sandal, shoe (late synonym of ὑπόδημα)
ὑπόδημον, τό,
- = ὑπόδημα, ὑ. λευκόν PRoss.-Georg. 2.41.15 (ii A. D.): pl., ὑπόδημα πορφυρᾶ ib. 32.