ὑπολωπάω Save LSJ ὑπολωπάω, f.l. in Heraclit. All. 70, where Κύκλωψ is called ὁ τοὺς λογισμοὺς ὑπολωπῶν (v.l. ὑποσυλῶν: ὑποκλωπῶν cj. Hase).