ὑπόμαστρος
ὑπόμαστρος, liable (under audit)
ὑπόμαστρος, ον,
- = ὑπεύθυνος, ἔστωσαν ὑπόμαστροι . . διπλασίου IG 5(1).1390.51 (Andania, i B. C.).
ὑπόμαστρος, liable (under audit)