ὑποξηρασία Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑποξηρ-ᾰσία, ἡ, f.l. for ὑπερξηρασία, Hp. Int. 20. ὑποξηρασία, ion. ὑποξηρασίη, ης (ἡ) [ρᾰ] sécheresse suffisante, Hpc. 543, 12. Étym. ὑποξηραίνω. ὑποξηρασία, einige Trockenheit, Dürre, Hippocr.