ὑποπαραιτέομαι
ὑποπαραιτέομαι, beg off
ὑποπαραιτ-έομαι,
- beg off, γράμματα διʼ ὧν ὑποπαρῄτου διὰ τὸ τοῦ ποδὸς ἄλγημα Sammelb. 4630.4 (ii A. D.); to be an excuse, -ουμένης ἀσθενείας (from military service) Ph. 2.379; disclaim, Phld. Herc. 1457.8.
ὑπο·παραιτέομαι-οῦμαι, s’excuser, Phil. 2, 379 ; Dionys. (Eus. H.E. 6, 41, 3, etc.).