ὑποπαιδοτρίβης
ὑποπαιδοτρίβης, trainer’s assistant
ὑποπαιδοτρίβ-ης [ῐ], ου, ὁ,
- under-παιδοτρίβης, IG 2(2).2086,2097, al. (ii A. D.):—hence ὑποπαιδοτριβ-έω, ib. 2993, 2996 (i B. C.), al.