ὑποπέζιος
ὑποπέζιος, inferior in rank
ὑποπέζιος, α, ον,
- inferior in rank, οἱ ἄχραντοι θεοὶ δυνάμει ὑ. τῶν πατέρων Procl. Theol.Plat. 5.38; subordinate, τῇ νοητῇ (sc. διακρίσει) Dam. Pr. 198.
- II Subst. ὑποπεζία, ἡ, humiliation, Hsch.