ὑπόβρυχα
ὑπόβρυχα, under water
ὑπόβρῠχα, Adv.
- under water, τὸν δʼ ἄρʼ ὑ. θῆκε Od. 5.319; ὥστε Θεσσαλίην . . ὑ. γενέσθαι Hdt. 7.130; ὑ. ναυτίλλονται Arat. 425, cf. Opp. H. 1.145, Q.S. 13.485, 14.619, etc.
ὑπόβρυχα, v. ὑπόβρυχος.
ὑπόβρυχα, s. ὑπόβρυχος.
ὑπόβρυχα : adj. as adv., under water, Od. 5.319†.