ὑπογαστρίς Save ὑπογαστρίς, paunch LSJ Bailly 2024 ὑπογαστρ-ίς, ίδος, ἡ, paunch, Philox. 2.23 codd. (-ιδίοις Bgk.). ὑπο·γαστρίς, ίδος (ἡ) ventre, panse, Philox. fr. 2, 23 Bgk.