ὑπόθηλυς
ὑπόθηλυς, effeminate
ὑπόθηλυς, εια, υ,
- effeminate, διάλεκτος ὑποθηλυτέρα Ar. Fr. 685 (anap.).
ὑπόθηλυς, υς, υ, au cp. -ύτερος, qqe peu efféminé, Ar. fr. 552.
ὑπόθηλυς, etwas weiblich ; ὑποθηλυτέρα διάλεκτος, im Ggstz von ὑπαγροικοτέρα, Ar. bei Sext.Emp. adv.gramm. 228.