ὑποθεώρησις Save LSJ Bailly 2024 ὑποθεώρ-ησις, εως, ἡ, prob. f.l. for ἐπιθεώρησις, τῶν ἀστέρων Ptol. Tetr. 193. ὑποθεώρησις, εως (ἡ) action de regarder de dessous, Ptol. Tetr. p. 193, 5. Étym. ὑποθεωρέω.