ὑποθεματιαῖος
ὑποθεματιαῖος, belonging to a base
ὑποθεμᾰτιαῖος, ον,
- belonging to a base, λίθοι Inscr.Délos 372 A 166 (200 B.C.).
ὑποθεματιαῖος, belonging to a base