Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑρειγαλέον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπώβολος
ὑπώδελος
ὑπωθέω
ὑπωλένιος
ὑπώμαιος
ὑπωμία
ὑπωμίη
ὑπωμοσία
ὑπώπια
ὑπωπιάζω
ὑπωπιασμός
ὑπώπιον
ὑπώπιος
ὑπωπίς
ὑπώρεα
ὑπώρεια
ὑπώρειος
ὑπώρεος
ὑπώρορε
ὑπωρόφιος
ὑπώροφος
ὑπωρυφία
ὑπωρυχία
ὑπώστη
ὕπωχρος
ὕραξ
ὑράξ
ὑργαί
ὑργάλαι
Ὕργις
ὑρειγαλέον
Ὑρία
Ὑρίατθος
ὑριατόμος
ὕριγγα
Ὑριεύς
Ὑρίη
ὕριον
ὑρίσιδα
ὑριχός
Ὑρκανία
Ὑρκανικός
Ὑρκάνιος
Ὑρκανός
ὑρμίνη
Ὑρμίνη
Ὑρνήθιον
Ὑροιάδης
ὕρον
Ὕρπαξ
ὕρραδα
ὑρράδιος
Ὑρράδιος
ὔρραξ
ὑρραπλεα
ὕρραχα
ὑρρίς
ὑρρίσκος
ὑρρίσσος
ὑρρώφθαι
Ὑρτακίδης
…
ὑρειγαλέον
Save
LSJ
ὑρειγαλέον·
διερρωγός,
Hsch.
(leg.
ϝρηγ-
or [Boeot.]
ϝρειγ-
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}