Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπώπιος
ὑπώπιος, with a black eye
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποψωρώδης
ὑππρό
ὑπτιάζω
ὑπτίασις
ὑπτίασμα
ὑπτιασμός
ὑπτιαστέον
ὑπτιαστέος
ὑπτιάω
ὑπτιόομαι
ὕπτιος
ὑπτιότης
ὑπτιόω
ὑπτιόωσα
ὑπτίως
ὑπτίωσις
ὑπῳάδιος
ὑπωάδιος
ὑπώβολος
ὑπώδελος
ὑπωθέω
ὑπωλένιος
ὑπώμαιος
ὑπωμία
ὑπωμίη
ὑπωμοσία
ὑπώπια
ὑπωπιάζω
ὑπωπιασμός
ὑπώπιον
ὑπώπιος
ὑπωπίς
ὑπώρεα
ὑπώρεια
ὑπώρειος
ὑπώρεος
ὑπώρορε
ὑπωρόφιος
ὑπώροφος
ὑπωρυφία
ὑπωρυχία
ὑπώστη
ὕπωχρος
ὕραξ
ὑράξ
ὑργαί
ὑργάλαι
Ὕργις
ὑρειγαλέον
Ὑρία
Ὑρίατθος
ὑριατόμος
ὕριγγα
Ὑριεύς
Ὑρίη
ὕριον
ὑρίσιδα
ὑριχός
Ὑρκανία
Ὑρκανικός
Ὑρκάνιος
…
ὑπώπιος
Save
ὑπώπιος, with a black eye
LSJ
ὑπώπι-ος, α, ον,
with a black eye,
Poll.
8.79.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}