Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑρμίνη
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπώρεα
ὑπώρεια
ὑπώρειος
ὑπώρεος
ὑπώρορε
ὑπωρόφιος
ὑπώροφος
ὑπωρυφία
ὑπωρυχία
ὑπώστη
ὕπωχρος
ὕραξ
ὑράξ
ὑργαί
ὑργάλαι
Ὕργις
ὑρειγαλέον
Ὑρία
Ὑρίατθος
ὑριατόμος
ὕριγγα
Ὑριεύς
Ὑρίη
ὕριον
ὑρίσιδα
ὑριχός
Ὑρκανία
Ὑρκανικός
Ὑρκάνιος
Ὑρκανός
ὑρμίνη
Ὑρμίνη
Ὑρνήθιον
Ὑροιάδης
ὕρον
Ὕρπαξ
ὕρραδα
ὑρράδιος
Ὑρράδιος
ὔρραξ
ὑρραπλεα
ὕρραχα
ὑρρίς
ὑρρίσκος
ὑρρίσσος
ὑρρώφθαι
Ὑρτακίδης
Ὕρτακος
ὑρτάνη
ὑρτήρ
Ὕρτιος
ὕρχη
Ὑρώδης
ὕς
ὗς
Ὕσακος
ὑσαλιβάτης
ὕσγη
ὑσγίνη
ὑσγινοβαφής
ὑσγινοειδής
…
ὑρμίνη
Save
LSJ
ὑρμίνη·
μάχη, πόλις,
Theognost.
Can.
23 (cf.
ὑσμίνη,
and
Ὑρμίνη,
Il.
2.616).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}