ὑσγινόεις
ὑσγινόεις, scarlet
ὑσγῐνόεις, εσσα, εν,
- scarlet, ὑσγινόεντας Nic. Th. 870. [v. sq.]
ὑσγινόεις, όεσσα, όεν [ῑ, p. exc. ῐ] d’un rouge écarlate, Nic. Th. 870.
Étym. ὕσγινον.
ὑσγινόεις, [ῑ], όεσσα, όεν, scharlachrot, Nic. Th. 870.