About Report a problem

Menu

ὕσκλος

ὕσκλος, the latchet

ὕσκλ-ος, ὁ,
  • the latchet or eyelets of a sandal, ὕσκλοι· ἀγκύλαι, βρόχοι, οὓς ἡμεῖς ὕσκλους τῶν ὑποδημάτων καὶ τὰς λέγνας τῶν ἱματίων, Hsch.; ὕσκλοι· ἀγκύλοι, Theognost. Can. 24; written ὕσχλος in Poll. 7.80; τὸ ὕσχλος δασύνεται, ἔστι δὲ τῶν ὑποδημάτων, ὅθεν οἱ ἱμάντες ἐξάπτονται πρὸς τὸ συνέχειν τὸν πόδα, Phryn. PS p.25 B . . hence ἕπτυσχλος, ἐννήϋσκλοι.

Saved

Recent