Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠμαλγία
ὠμαλγία, pain in the shoulder
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠλεύθερε
ὡλεύθερος
ὠλήν
Ὠλήν
ὤλης
Ὠλίαρος
ὠλίγγη
ὠλιγγία
ὠλιγγιάω
ὠλίγγιον
ὦλιγξ
ὠλίσθησα
ὡλιτήμερος
ὦλκα
ὧλλοι
ὠλλόν
ὦλλος
ὧλλος
ὦλξ
ὤλξ
ὡλολυγά
ὤλοντο
ὦλος
Ὤλπις
ὠλυγία
ὠλύγιος
ὠλύγος
ὠμάδιος
ὠμαδίς
ὠμαδόν
ὠμαλγία
ὠμαλθές
ὠμαλθής
ὡμαλία
ὠμαμπέλινος
ὠμανθής
Ὤμαργος
ὠμαχθής
ὦμβροι
ὠμήλετον
ὠμήλυσις
ᾤμην
ὠμηστήρ
ὠμηστής
ὠμία
ὠμιαία
ὠμιαῖος
ὠμίας
ὠμίασις
ὠμίδιος
ὠμίζομαι
ὠμίζω
ὡμίλευν
ὤμιλλα
ὤμιον
ὠμίον
Ὠμίσης
ὠμιστής
ὦμμαι
ὠμο
ὠμοβοέη
…
ὠμαλγία
Save
ὠμαλγία, pain in the shoulder
LSJ
ὠμαλγία, ἡ,
pain in the shoulder,
Orib.
Fr.
70 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}